Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Babbling
01
καταλαλαγμός, μουρμουρητό
the continuous, soft, and unclear noises, like the sound of a baby
Παραδείγματα
A parent 's heart swells with love upon hearing the sweet babbling of their sleeping baby.
Η καρδιά ενός γονέα γεμίζει με αγάπη ακούγοντας το γλυκό μουρμουρητό του κοιμισμένου τους μωρού.
Λεξικό Δέντρο
babbling
babble



























