Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pesticide poisoning
01
δηλητηρίαση από φυτοφάρμακα, δηλητηρίαση λόγω φυτοφαρμάκων
toxic condition resulting from ingesting or inhaling a pesticide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























