pesticide
pes
ˈpɛs
pes
ti
ti
cide
saɪd
said

Ορισμός και σημασία του "pesticide"στα αγγλικά

01

φυτοφάρμακο, εντομοκτόνο

a type of chemical substance that is used for killing insects or small animals that damage food or crops 
pesticide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pesticides
Παραδείγματα
The farmer applied pesticide to protect his crops from harmful insects. 

Ο αγρότης εφάρμοσε φυτοφάρμακο για να προστατεύσει τις καλλιέργειές του από επιβλαβή έντομα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store