Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pervious
01
διαπερατός, πορώδης
allowing the passage of fluids or air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pervious
συγκριτικός βαθμός
more pervious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pervious surface of the road allowed rainwater to pass through and recharge the groundwater.
Η διαπερατή επιφάνεια του δρόμου επέτρεπε στο νερό της βροχής να διέρχεται και να αναπληρώνει τα υπόγεια ύδατα.
Λεξικό Δέντρο
impervious
perviousness
pervious
perv



























