Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perversity
01
διεστραμμένη συμπεριφορά, παρέκκλιση
the intentional deviation from what is considered right or good
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His perversity in always taking the opposite viewpoint annoyed his colleagues.
Η διαστροφή του να παίρνει πάντα την αντίθετη άποψη ενοχλούσε τους συναδέλφους του.
02
διεστραμμένη
deliberate and stubborn unruliness and resistance to guidance or discipline



























