Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to personify
01
προσωποποιώ, αντιπροσωπεύω
represent, as of a character on stage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
personify
γ΄ ενικό πρόσωπο
personifies
ενεστώτα μετοχή
personifying
απλός αόριστος
personified
παθητική μετοχή
personified
02
προσωποποιώ, ενσαρκώνω
invest with or as with a body; give body to
03
προσωποποιώ, ενσαρκώνω
to attribute human characteristics, traits, or qualities to a non-human object, concept, or animal
Λεξικό Δέντρο
personify
person



























