personalized
Pronunciation
/ˈpɝsənəˌɫaɪzd/
personalised

Ορισμός και σημασία του "personalized"στα αγγλικά

personalized
01

εξατομικευμένο, προσαρμοσμένο

customized to an individual's specific preferences or needs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most personalized
συγκριτικός βαθμός
more personalized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hotel gave them personalized service, ensuring their stay was comfortable and special.
Το ξενοδοχείο τους προσέφερε προσωποποιημένη εξυπηρέτηση, διασφαλίζοντας ότι η διαμονή τους ήταν άνετη και ξεχωριστή.
02

εξατομικευμένος, προσανατολισμένος προσωπικά

directly targeted at an individual, often in a way that is offensive or intrusive, focusing on personal or private aspects of their life
Παραδείγματα
The speech was filled with personalized remarks, making some audience members uncomfortable.
Η ομιλία ήταν γεμάτη προσωποποιημένες παρατηρήσεις, κάνοντας κάποια μέλη του κοινού να αισθάνονται άβολα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store