Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persistently
01
επίμονα, με επιμονή
with determination and continuous effort, refusing to give up despite challenges or difficulties
Παραδείγματα
Despite rejections, he persistently submitted his manuscript to publishers.
Παρά τις απορρίψεις, επίμονα υπέβαλε το χειρόγραφό του στους εκδότες.
02
επίμονα, με επιμονή
with persistence
Λεξικό Δέντρο
persistently
persistent
persist



























