Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to persist
01
επιμένω, εμμένω
to continue a course of action with determination, even when faced with challenges or discouragement
Intransitive: to persist in a course of action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
persist
γ΄ ενικό πρόσωπο
persists
ενεστώτα μετοχή
persisting
απλός αόριστος
persisted
παθητική μετοχή
persisted
Παραδείγματα
Despite his injury, the athlete persisted in training for the marathon.
Παρά τον τραυματισμό του, ο αθλητής επέμενε να προπονείται για το μαραθώνιο.
Παραδείγματα
The storm persisted for several days, far longer than the forecast had predicted.
Η καταιγίδα διήρκεσε για αρκετές ημέρες, πολύ περισσότερο από ό,τι προέβλεπε η πρόγνωση.
03
επιμένω, διατηρούμαι
to stay in a consistent state or condition without changing over time, despite external factors
Intransitive
Παραδείγματα
The old stone building has persisted through centuries of weather and conflict.
Το παλιό πέτρινο κτίριο έχει επιβιώσει μέσα από αιώνες καιρού και συγκρούσεων.
Λεξικό Δέντρο
persistence
persistent
persisting
persist



























