Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perplexity
01
αμηχανία, σύγχυση
trouble or confusion resulting from complexity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
perplexities
LanGeek



























