Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perplex
01
μπερδεύω, σαστίζω
to cause someone to feel puzzled, confused, or bewildered by something complex or difficult to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perplex
γ΄ ενικό πρόσωπο
perplexes
ενεστώτα μετοχή
perplexing
απλός αόριστος
perplexed
παθητική μετοχή
perplexed
Παραδείγματα
If the instructions remain unclear, they will surely perplex future users of the software.
Εάν οι οδηγίες παραμείνουν ασαφείς, σίγουρα θα μπερδέψουν τους μελλοντικούς χρήστες του λογισμικού.
02
μπερδεύω, σαστίζω
be a mystery or bewildering to
Λεξικό Δέντρο
perplexed
perplexing
perplex



























