peroxide
Pronunciation
/pɝˈɑkˌsaɪd/

Ορισμός και σημασία του "peroxide"στα αγγλικά

01

υπεροξείδιο, υπεροξείδιο του υδρογόνου

a colorless and unstable liquid that is a strong oxidant and is used as a solvent for bleaches or disinfectants
peroxide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peroxides
02

υπεροξείδιο, διοξυγόνο διοξείδιο

an inorganic compound containing the divalent ion -O-O-
to peroxide
01

λευκαίνω με υπεροξείδιο, αποχρωματίζω με υπεροξείδιο

bleach with peroxide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peroxide
γ΄ ενικό πρόσωπο
peroxides
ενεστώτα μετοχή
peroxiding
απλός αόριστος
peroxided
παθητική μετοχή
peroxided
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store