Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peroxide
01
υπεροξείδιο, υπεροξείδιο του υδρογόνου
a colorless and unstable liquid that is a strong oxidant and is used as a solvent for bleaches or disinfectants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peroxides
02
υπεροξείδιο, διοξυγόνο διοξείδιο
an inorganic compound containing the divalent ion -O-O-
to peroxide
01
λευκαίνω με υπεροξείδιο, αποχρωματίζω με υπεροξείδιο
bleach with peroxide
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peroxide
γ΄ ενικό πρόσωπο
peroxides
ενεστώτα μετοχή
peroxiding
απλός αόριστος
peroxided
παθητική μετοχή
peroxided



























