Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to permute
01
μεταθέτω, αναδιατάσσω
to rearrange the order of things
Transitive: to permute sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
permute
γ΄ ενικό πρόσωπο
permutes
ενεστώτα μετοχή
permuting
απλός αόριστος
permuted
παθητική μετοχή
permuted
Παραδείγματα
The musician decided to permute the chords in the song to create a fresh arrangement.
Ο μουσικός αποφάσισε να μεταθέσει τις χορδές στο τραγούδι για να δημιουργήσει μια φρέσκια διασκευή.
Λεξικό Δέντρο
permutable
permute



























