Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to permute
01
μεταθέτω, αναδιατάσσω
to rearrange the order of things
Transitive: to permute sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
permute
γ΄ ενικό πρόσωπο
permutes
ενεστώτα μετοχή
permuting
απλός αόριστος
permuted
παθητική μετοχή
permuted
Παραδείγματα
By pressing a button, the randomized function on the music player will permute the playlist order.
Πατώντας ένα κουμπί, η τυχαία λειτουργία στο μουσικό player θα αλλάξει τη σειρά της λίστας αναπαραγωγής.
Λεξικό Δέντρο
permutable
permute



























