to permute
per
mute
ˈmju:t
myoot
commuterecruithirsutedispute

Ορισμός και σημασία του "permute"στα αγγλικά

to permute
01

μεταθέτω, αναδιατάσσω

to rearrange the order of things 
Transitive: to permute sth
to permute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
permute
γ΄ ενικό πρόσωπο
permutes
ενεστώτα μετοχή
permuting
απλός αόριστος
permuted
παθητική μετοχή
permuted
Παραδείγματα
The musician decided to permute the chords in the song to create a fresh arrangement. 

Ο μουσικός αποφάσισε να μεταθέσει τις χορδές στο τραγούδι για να δημιουργήσει μια φρέσκια διασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store