Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Permanence
01
μονιμότητα
the quality or state of existing across extended periods unchanged in essence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Tattoos are a popular way to express oneself through imagery with a high degree of visual permanence.
Τα τατουάζ είναι ένας δημοφιλής τρόπος έκφρασης του εαυτού μέσα από εικόνες με υψηλό βαθμό οπτικής μονιμότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impermanence
permanency
permanence
perman



























