perilousness
pe
ˈpɛ
pe
ri
rɪ
ri
lous
ləs
lēs
ness
nəs
nēs
perviousness

Ορισμός και σημασία του "perilousness"στα αγγλικά

01

επικινδυνότητα, κίνδυνος

the quality or state of being risky or dangerous 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Crossing the icy mountains in winter tested the limits of human endurance due to the sheer perilousness of the conditions. 

Η διέλευση των παγωμένων βουνών το χειμώνα δοκίμασε τα όρια της ανθρώπινης αντολής λόγω της επικινδυνότητας των συνθηκών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

perilousness
perilous
peril
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store