Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perilousness
01
επικινδυνότητα, κίνδυνος
the quality or state of being risky or dangerous
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Crossing the icy mountains in winter tested the limits of human endurance due to the sheer perilousness of the conditions.
Η διέλευση των παγωμένων βουνών το χειμώνα δοκίμασε τα όρια της ανθρώπινης αντολής λόγω της επικινδυνότητας των συνθηκών.
Λεξικό Δέντρο
perilousness
perilous
peril



























