Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perfumed
01
αρωματισμένος, μυρωδάτος
infused or treated with a fragrance, typically through the application of a scented substance like perfume, to impart a pleasant smell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perfumed
συγκριτικός βαθμός
more perfumed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
scent, cosmetics, sensory
Παραδείγματα
Her perfumed lotion had a subtle and elegant scent, leaving a lingering trail of fragrance on her skin.
Η αρωματισμένη λοσιόν της είχε μια λεπτή και κομψή μυρωδιά, αφήνοντας μια διαρκής ίχνος άρωμα στο δέρμα της.
02
αρωματισμένος
emitting a pleasing and natural fragrance
Παραδείγματα
She enjoyed the perfumed scent of her new lotion, which added a touch of elegance to her daily routine.
Απόλαυσε την αρωματισμένη μυρωδιά του νέου της λοσιόν, που πρόσθεσε μια πινελιά κομψότητας στην καθημερινή της ρουτίνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
perfumed
perfume



























