perfection
per
fec
ˈfɛk
fek
tion
ʃən
shēn
reflectioncomplexioncorrectioninflection

Ορισμός και σημασία του "perfection"στα αγγλικά

01

τελειότητα

he state or quality of being flawless or without any errors 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

τελειότητα, ολοκλήρωση

the act of making something perfect 
03

τελειότητα, ιδανικό

an ideal instance; a perfect embodiment of a concept 

Λεξικό Δέντρο

imperfection
perfectionism
perfectionist
perfection
perfect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store