Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perfection
01
τελειότητα
he state or quality of being flawless or without any errors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
τελειότητα, ολοκλήρωση
the act of making something perfect
03
τελειότητα, ιδανικό
an ideal instance; a perfect embodiment of a concept
Λεξικό Δέντρο
imperfection
perfectionism
perfectionist
perfection
perfect



























