perfectionism
per
fec
ˈfɛk
fek
tio
ʃə
shē
nism
nɪəzm
niezm
protectionisminsurrectionism

Ορισμός και σημασία του "perfectionism"στα αγγλικά

01

τελειομανία, η τελειομανία

a tendency to set extremely high standards for oneself and others and not accept anything that is less than perfect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perfectionisms
Παραδείγματα
His perfectionism made him spend hours on small details. 

Ο τελειομανισμός του τον έκανε να ξοδεύει ώρες σε μικρές λεπτομέρειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store