perfidy
per
ˈpɜ:
fi
fi
dy
di
di

Ορισμός και σημασία του "perfidy"στα αγγλικά

01

προδοσία, υποκρισία

the act of intentionally betraying someone or something's trust in one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The generals considered the unauthorized negotiations with the enemy a clear act of perfidy. 

Οι στρατηγοί θεώρησαν τις μη εξουσιοδοτημένες διαπραγματεύσεις με τον εχθρό ως σαφή πράξη προδοσίας.

02

προδοσία, ανειλικρίνεια

the state of lacking faithfulness and loyalty 
Παραδείγματα
The knight's perfidy shocked the kingdom, as he betrayed his sworn allegiance to the king. 

Η προδοσία του ιππότη σόκαρε το βασίλειο, όταν πρόδωσε την ορκισμένη πίστη του στον βασιλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

perfidious
perfidy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store