Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perfidy
01
προδοσία, υποκρισία
the act of intentionally betraying someone or something's trust in one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The generals considered the unauthorized negotiations with the enemy a clear act of perfidy.
Οι στρατηγοί θεώρησαν τις μη εξουσιοδοτημένες διαπραγματεύσεις με τον εχθρό ως σαφή πράξη προδοσίας.
02
προδοσία, ανειλικρίνεια
the state of lacking faithfulness and loyalty
Παραδείγματα
The knight's perfidy shocked the kingdom, as he betrayed his sworn allegiance to the king.
Η προδοσία του ιππότη σόκαρε το βασίλειο, όταν πρόδωσε την ορκισμένη πίστη του στον βασιλιά.
Λεξικό Δέντρο
perfidious
perfidy



























