Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perennially
01
διαρκώς, συνεχώς
continuously or regularly happening over a long time
Παραδείγματα
The mountains are perennially covered in snow.
Τα βουνά είναι διαρκώς καλυμμένα με χιόνι.
Λεξικό Δέντρο
perennially
perennial



























