Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perennially
01
διαρκώς, συνεχώς
continuously or regularly happening over a long time
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The river flowed perennially, providing water to the surrounding ecosystem.
Το ποτάμι έρεε διαρκώς, παρέχοντας νερό στο περιβάλλον οικοσύστημα.
Λεξικό Δέντρο
perennially
perennial



























