Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perception
01
αντίληψη, κατανόηση
the image or idea that is formed based on how one understands something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perceptions
Παραδείγματα
Her perception of the artwork changed after learning about the artist's background.
Η αντίληψή της για το έργο τέχνης άλλαξε αφού έμαθε το υπόβαθρο του καλλιτέχνη.
02
αντίληψη, διάκριση
the ability to become aware of something through the senses
Παραδείγματα
Her perception of colors is exceptionally sharp.
Η αντίληψή της για τα χρώματα είναι εξαιρετικά οξεία.
03
αντίληψη, ερμηνεία
a way of conceiving, interpreting, or understanding something
Παραδείγματα
Her perception of the story differed from mine.
Η αντίληψή της για την ιστορία διέφερε από τη δική μου.
04
αντίληψη, κατανόηση
knowledge, insight, or understanding gained through experience or observation
Παραδείγματα
Scientists rely on perception to form hypotheses.
Οι επιστήμονες βασίζονται στην αντίληψη για να διαμορφώσουν υποθέσεις.
Λεξικό Δέντρο
misperception
perceptual
perception
percept



























