Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perambulate
01
περιπατώ, βόλτα
to walk or travel only for the purpose of pleasure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
perambulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perambulates
ενεστώτα μετοχή
perambulating
απλός αόριστος
perambulated
παθητική μετοχή
perambulated
02
περιπολώ, πραγματοποιώ επίσημο έλεγχο με τα πόδια
make an official inspection on foot of (the bounds of a property)
Λεξικό Δέντρο
perambulating
perambulation
perambulate



























