to perambulate
Pronunciation
/pəɹˈæmbjʊlˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "perambulate"στα αγγλικά

to perambulate
01

περιπατώ, βόλτα

to walk or travel only for the purpose of pleasure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
perambulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perambulates
ενεστώτα μετοχή
perambulating
απλός αόριστος
perambulated
παθητική μετοχή
perambulated
02

περιπολώ, πραγματοποιώ επίσημο έλεγχο με τα πόδια

make an official inspection on foot of (the bounds of a property)

Λεξικό Δέντρο

perambulating
perambulation
perambulate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store