penicillin
pe
ˌpɛ
pe
ni
ni
ci
ˈsɪ
si
llin
lɪn
lin
bouillonspillanevillainvillon

Ορισμός και σημασία του "penicillin"στα αγγλικά

01

πενικιλλίνη, αντιβιοτικό της οικογένειας των πενικιλλινών

any of variation of antibiotics obtained from Penicillium moulds and used to treat or prevent a wide range of bacterial infections 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
penicillins
Παραδείγματα
Penicillin is commonly prescribed for bacterial infections. 

Η πενικιλίνη συνήθως συνταγογραφείται για βακτηριακές λοιμώξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store