penis
pe
ˈpi
πι
nis
nɪs
νισ
/pˈiːnɪs/
penes

Ορισμός και σημασία του "penis"στα αγγλικά

01

πέος, ανδρικό γεννητικό όργανο

the male erectile sex organ that is used for urinating or copulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
penises

Λεξικό Δέντρο

micropenis
penial
penis
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store