pendent
pen
ˈpɛn
pen
dent
dənt
dēnt
pendant

Ορισμός και σημασία του "pendent"στα αγγλικά

01

κρεμαστό φωτιστικό, πολυέλαιος

branched lighting fixture; often ornate; hangs from the ceiling 
pendent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pendents
02

κρεμαστό, σκουλαρίκι

an adornment that hangs from a piece of jewelry (necklace or earring) 
01

κρεμαστός, κρεμασμένος

held from above and hanging down 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pendent
συγκριτικός βαθμός
more pendent
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store