Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pendent
01
κρεμαστό φωτιστικό, πολυέλαιος
branched lighting fixture; often ornate; hangs from the ceiling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pendents
02
κρεμαστό, σκουλαρίκι
an adornment that hangs from a piece of jewelry (necklace or earring)
pendent
01
κρεμαστός, κρεμασμένος
held from above and hanging down
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pendent
συγκριτικός βαθμός
more pendent
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
pendent
pendant



























