Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peer
01
κοιτάζω επίμονα, παρατηρώ προσεκτικά
to look closely or attentively at something, often in an effort to see or understand it better
Intransitive: to peer somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peer
γ΄ ενικό πρόσωπο
peers
ενεστώτα μετοχή
peering
απλός αόριστος
peered
παθητική μετοχή
peered
Παραδείγματα
I often peer into the night sky to spot constellations.
Συχνά κοιτάζω προσεκτικά τον νυχτερινό ουρανό για να εντοπίσω αστερισμούς.
Peer
01
ομότιμος, ίσος
a person of the same age, social status, or capability as another specified individual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peers
Παραδείγματα
In high school, he struggled to find peers who shared his passion for classical literature.
Στο λύκειο, δυσκολευόταν να βρει συνομηλίκους που μοιράζονταν το πάθος του για την κλασική λογοτεχνία.
02
ευγενής, άρχοντας
a nobleman holding a hereditary or life title in the British peerage, such as a duke, marquis, earl, viscount, or baron
Παραδείγματα
The peer attended the House of Lords session in London.
Ο ευγενής παρακολούθησε τη συνεδρίαση της Βουλής των Λόρδων στο Λονδίνο.



























