peeper
Pronunciation
/pˈiːpɚ/

Ορισμός και σημασία του "peeper"στα αγγλικά

01

τιτιβιστής, κελαηδιστής

an animal that makes short high-pitched sounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peepers
02

μάτι, κοιτάχτης

a person's eye, often used in plural
slang
Παραδείγματα
Her peepers lit up when she saw the surprise.
Τα μάτια της άναψαν όταν είδε την έκπληξη.
03

κατάσκοπος, voyeur

a viewer who enjoys seeing the sex acts or sex organs of others

Λεξικό Δέντρο

peeper
peep
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store