Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peeler
01
ξυλόπιτα, μαχαίρι για ξεφλούδισμα
a special device or knife for removing the skin of vegetables or fruit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peelers
02
στριπτιζέζ, απογυμνώτρια
a performer who provides erotic entertainment by undressing to music
03
ξεφλουδιστής, εργάτης που ξεφλουδίζει φρούτα και λαχανικά
a worker who peels the skins from fruits and vegetables



























