Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peck at
01
ραμφίζω, τσιμπάω μικρά κομμάτια
to nibble or eat small amounts of food in a hesitant or cautious manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
peck
ενεστώτας
peck at
γ΄ ενικό πρόσωπο
pecks at
ενεστώτα μετοχή
pecking at
απλός αόριστος
pecked at
παθητική μετοχή
pecked at
Παραδείγματα
The cat would peck at its food, taking small bites at a time.
Η γάτα έτρωγε το φαγητό της, παίρνοντας μικρές μπουκιές κάθε φορά.



























