Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peck at
01
ραμφίζω, τσιμπάω μικρά κομμάτια
to nibble or eat small amounts of food in a hesitant or cautious manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
peck
ενεστώτας
peck at
γ΄ ενικό πρόσωπο
pecks at
ενεστώτα μετοχή
pecking at
απλός αόριστος
pecked at
παθητική μετοχή
pecked at
Παραδείγματα
The toddler would peck at the vegetables on his plate, preferring the pasta.
Το νήπιο ράμφιζε τα λαχανικά στο πιάτο του, προτιμώντας τα ζυμαρικά.



























