Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
awol
01
αδικαιολόγητα απών, λιποτακτών
(of a soldier) having left one's military duty without being permitted to do so
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
military, status, behavior
Παραδείγματα
The sergeant reported that two soldiers had gone AWOL overnight.
Ο λοχίας ανέφερε ότι δύο στρατιώτες είχαν λιποτακτήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
απών χωρίς άδεια, έφυγε χωρίς άδεια
(of a person) not attending a place one was supposed to or leaving an obligation without any notice or permission
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
He went AWOL after lunch and never came back to work.
Μετά το μεσημεριανό εξαφανίστηκε χωρίς άδεια και δεν γύρισε στη δουλειά.
03
άφαντο, δεν είναι στη θέση του
referring to something that is stolen or not in its usual place
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The valuable painting was mysteriously AWOL from the museum's collection.
Το κινητό μου είναι πάλι άφαντο.
LanGeek



























