Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peacock
01
παγώνι
a male bird with a large shiny colorful tail having eyelike patterns that can be raised for display
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
peacocks
αρσενικό ενικό
peacock
θηλυκό ενικό
peahen
neutral form
peafowl
Παραδείγματα
The peacock proudly displayed its iridescent plumage, shimmering with hues of blue, green, and gold.
Ο παγώνι έδειξε με περηφάνια το ιριδίζον πτέρωμά του, που λάμπει με αποχρώσεις μπλε, πράσινου και χρυσού.
02
Παγωνι, Πεταλούδα με μάτι παγωνιού
a European butterfly with reddish-brown wings, each bearing a prominent purple or blue eyespot
Παραδείγματα
The peacock emerges in late summer across Europe.
Ο παγώνι εμφανίζεται στα τέλη του καλοκαιριού σε όλη την Ευρώπη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
peacock
pea
cock



























