peafowl
pea
ˈpi:
pi
fowl
faʊl
fawl

Ορισμός και σημασία του "peafowl"στα αγγλικά

01

παγώνι, πουλί της οικογένειας των φασιανών

a very large ground-dwelling bird of the pheasant family with a crest, originated in Asia 
peafowl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
peafowls
αρσενικό ενικό
peacock
θηλυκό ενικό
peahen
neutral form
peafowl

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peafowl

pea

+

fowl

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store