Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peafowl
01
παγώνι, πουλί της οικογένειας των φασιανών
a very large ground-dwelling bird of the pheasant family with a crest, originated in Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
peafowls
αρσενικό ενικό
peacock
θηλυκό ενικό
peahen
neutral form
peafowl
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
peafowl
pea
fowl



























