Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peacemaker
01
ειρηνοποιός, μεσολαβητής
a country or person who tries to persuade other countries or people to stop quarreling or fighting
Παραδείγματα
The UN appointed a peacemaker to oversee the peace talks.
Ο ΟΗΕ διόρισε έναν διαμεσολαβητή ειρήνης για να επιβλέπει τις ειρηνευτικές συνομιλίες.



























