Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pawnshop
01
ενεχυροδανειστήριο, δανειστής
a store in which one leaves personal belongings to get a loan, and if the money is not returned, the pawnbroker can possess or sell these objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pawnshops
Λεξικό Δέντρο
pawnshop
pawn
shop



























