paw
paw
pɔ:
paw
awelawahaska

Ορισμός και σημασία του "paw"στα αγγλικά

01

πατούσα, πόδι

an animal's foot that typically has a combination of nails, claws, fur, and pads 
paw definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paws
Παραδείγματα
The kitten playfully batted at the toy mouse with her tiny paws. 

Το γατάκι παιχνιδιάρικα χτύπησε το ποντίκι παιχνίδι με τα μικρά του πόδια.

02

πατούσα, χέρι αδέξιο

a person's hand, often implying it is big, clumsy, or awkward 
paw definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
Keep your paw off my phone! 

Κράτα το πόδι σου μακριά από το τηλέφωνό μου!

to paw
01

γρατσουνίζω, χτυπώ με το πόδι

to scrape, strike, or handle something using the paws 
Transitive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
paw
γ΄ ενικό πρόσωπο
paws
ενεστώτα μετοχή
pawing
απλός αόριστος
pawed
παθητική μετοχή
pawed
Παραδείγματα
The cat pawed at the door to be let in. 

Η γάτα γρατσούνισε την πόρτα για να την αφήσουν να μπει.

02

αδέξια αγγίζω, ψηλαφώ

to touch, handle, or feel something clumsily or inappropriately 
Transitive
Παραδείγματα
He pawed at the buttons, struggling to unlock the phone. 

Ψηλάφισε τα κουμπιά, παλεύοντας να ξεκλειδώσει το τηλέφωνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store