Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paw
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paws
Παραδείγματα
The kitten playfully batted at the toy mouse with her tiny paws.
Το γατάκι παιχνιδιάρικα χτύπησε το ποντίκι παιχνίδι με τα μικρά του πόδια.
02
πατούσα, χέρι αδέξιο
a person's hand, often implying it is big, clumsy, or awkward
αργκό
Παραδείγματα
Keep your paw off my phone!
Κράτα το πόδι σου μακριά από το τηλέφωνό μου!
to paw
01
γρατσουνίζω, χτυπώ με το πόδι
to scrape, strike, or handle something using the paws
Transitive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
paw
γ΄ ενικό πρόσωπο
paws
ενεστώτα μετοχή
pawing
απλός αόριστος
pawed
παθητική μετοχή
pawed
Παραδείγματα
The cat pawed at the door to be let in.
Η γάτα γρατσούνισε την πόρτα για να την αφήσουν να μπει.
02
αδέξια αγγίζω, ψηλαφώ
to touch, handle, or feel something clumsily or inappropriately
Transitive
Παραδείγματα
He pawed at the buttons, struggling to unlock the phone.
Ψηλάφισε τα κουμπιά, παλεύοντας να ξεκλειδώσει το τηλέφωνο.



























