Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pawn
01
πιόνι, πιόνι σκακιού
one of the eight weakest pieces in chess, usually smaller in size compared to other pieces
02
ενέχυρο, εγγύηση
borrowing and leaving an article as security for repayment of the loan
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pawns
03
πιόνι, εργαλείο
a person used by another to gain an end
04
ενέχυρο, εγγύηση
an article deposited as security
to pawn
01
ενεχυριάζω, αφήνω ως εγγύηση
leave as a guarantee in return for money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
pawns
ενεστώτα μετοχή
pawning
απλός αόριστος
pawned
παθητική μετοχή
pawned



























