Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pave
01
στρώνω, πλακοστρώνω
to cover a surface, typically a road or pathway, with a hard, flat material such as asphalt, concrete, or stones
Transitive: to pave a pathway
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pave
γ΄ ενικό πρόσωπο
paves
ενεστώτα μετοχή
paving
απλός αόριστος
paved
παθητική μετοχή
paved
Παραδείγματα
The construction crew paved the city street to improve traffic flow.
Η ομάδα κατασκευής στρώθηκε τον δρόμο της πόλης για να βελτιώσει τη ροή της κυκλοφορίας.
Pave
01
pave, διάταξη με πολύτιμους λίθους
a setting with precious stones so closely set that no metal shows
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paves
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
paved
pavement
paver
pave



























