pave
pave
peɪv
πειβ
/pˈe‍ɪv/

Ορισμός και σημασία του "pave"στα αγγλικά

to pave
01

στρώνω, πλακοστρώνω

to cover a surface, typically a road or pathway, with a hard, flat material such as asphalt, concrete, or stones
Transitive: to pave a pathway
to pave definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pave
γ΄ ενικό πρόσωπο
paves
ενεστώτα μετοχή
paving
απλός αόριστος
paved
παθητική μετοχή
paved
Παραδείγματα
The developer chose to pave the parking lot with asphalt for durability.
Ο προγραμματιστής επέλεξε να στρώσει το πάρκινγκ με άσφαλτο για ανθεκτικότητα.
01

pave, διάταξη με πολύτιμους λίθους

a setting with precious stones so closely set that no metal shows
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
paves
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store