patterned
pa
tter
ned
nɛd
ned

Ορισμός και σημασία του "patterned"στα αγγλικά

01

με μοτίβο, τυπωμένος

having a repeated design or decorative arrangement of colors 
patterned definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most patterned
συγκριτικός βαθμός
more patterned
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
design, textiles, visual
Παραδείγματα
She wore a patterned dress adorned with vibrant florals that caught everyone's attention. 

Φορούσα ένα μοτίβο φόρεμα διακοσμημένο με ζωηρά λουλούδια που τράβηξε την προσοχή όλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unpatterned
patterned
pattern
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store