Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Patrolman
01
αστυνομικός περιπολίας, περιπολικός αστυνομικός
a police officer who regularly walks or drives around an area to watch for crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patrolmen
Παραδείγματα
The patrolman walked down the street.
Ο περιπολικός περπάτησε στον δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
patrolman
patrol
man



























