patrolman
pat
ˈpət
pēt
rol
rəʊl
rewl
man
mæn
mān

Ορισμός και σημασία του "patrolman"στα αγγλικά

01

αστυνομικός περιπολίας, περιπολικός αστυνομικός

a police officer who regularly walks or drives around an area to watch for crime 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patrolmen
Παραδείγματα
The patrolman walked down the street. 

Ο περιπολικός περπάτησε στον δρόμο.

Λεξικό Δέντρο

patrolman

patrol

+

man

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store