Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to patrol
01
περιπολώ, κάνω περιπολία
to regularly move through a designated area, such as streets or neighborhoods, to ensure safety, security, and adherence to rules
Transitive: to patrol an area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
patrol
γ΄ ενικό πρόσωπο
patrols
ενεστώτα μετοχή
patrolling
απλός αόριστος
patrolled
παθητική μετοχή
patrolled
Παραδείγματα
Security personnel patrol the mall to maintain a visible presence and respond to any disturbances.
Το προσωπικό ασφαλείας περιπολεί στο εμπορικό κέντρο για να διατηρεί μια ορατή παρουσία και να ανταποκρίνεται σε οποιεσδήποτε διαταραχές.
Patrol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patrols
Παραδείγματα
Neighborhood watch volunteers took turns patrolling the streets to deter vandalism and theft.
Οι εθελοντές της γειτονικής παρακολούθησης έκαναν εναλλαγές στην περιπολία των δρόμων για να αποτρέψουν βανδαλισμούς και κλοπές.
02
περίπολος, περίπολο
a small military or police unit assigned to watch, secure, or explore an area
Παραδείγματα
The commander dispatched a patrol to investigate the noise.
Ο διοικητής έστειλε μια περίπολο για να ερευνήσει τον θόρυβο.
03
περίπολος, περίπολο
a team or group that regularly moves through an area to ensure safety or order
Παραδείγματα
The beach patrol warns swimmers about rip currents.
Η περίπολος της παραλίας προειδοποιεί τους κολυμβητές για τα ρεύματα ανάσυρσης.
Λεξικό Δέντρο
patroller
patrol



























