to patrol
pat
ˈpət
pēt
rol
rəʊl
rewl
petrol

Ορισμός και σημασία του "patrol"στα αγγλικά

to patrol
01

περιπολώ, κάνω περιπολία

to regularly move through a designated area, such as streets or neighborhoods, to ensure safety, security, and adherence to rules 
Transitive: to patrol an area
to patrol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
patrol
γ΄ ενικό πρόσωπο
patrols
ενεστώτα μετοχή
patrolling
απλός αόριστος
patrolled
παθητική μετοχή
patrolled
Παραδείγματα
The security guard patrols the building perimeter to prevent unauthorized access. 

Ο φύλακας ασφαλείας περιπολεί την περίμετρο του κτιρίου για να αποτρέψει την μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.

01

περίπολος

the act of going around a place at regular intervals to prevent a crime or wrongdoing from being committed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patrols
Παραδείγματα
The police officer conducted a patrol of the neighborhood to ensure the safety of residents. 

Ο αστυνομικός πραγματοποίησε μια περίπολο στη γειτονιά για να διασφαλίσει την ασφάλεια των κατοίκων.

02

περίπολος, περίπολο

a small military or police unit assigned to watch, secure, or explore an area 
Παραδείγματα
A patrol was sent to scout the northern ridge. 

Μια περιπολία στάλθηκε για να αναγνωρίσει τη βόρεια κορυφογραμμή.

03

περίπολος, περίπολο

a team or group that regularly moves through an area to ensure safety or order 
Παραδείγματα
The campus patrol keeps students safe after dark. 

Η περίπολος της πανεπιστημιούπολης διατηρεί ασφαλείς τους φοιτητές μετά το σούρουπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store