patriotism
Pronunciation
/ˈpeɪtɹiəˌtɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "patriotism"στα αγγλικά

01

πατριωτισμός

the feeling of love or devotion toward one's country, its values, culture, history, and interests
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Mary 's patriotism was evident in her active participation in community service projects aimed at improving her country.
Ο πατριωτισμός της Mary ήταν εμφανής στην ενεργό συμμετοχή της σε έργα κοινωνικής υπηρεσίας που αποσκοπούσαν στη βελτίωση της χώρας της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store