paternity
Pronunciation
/pəˈtɝnɪti/

Ορισμός και σημασία του "paternity"στα αγγλικά

01

πατρότητα, ποιότητα του πατέρα

the quality or fact of being a father to a child or children
paternity definition and meaning
Παραδείγματα
The paternity of the child was a central issue in the court case, with both parties presenting evidence.
Η πατρότητα του παιδιού ήταν ένα κεντρικό ζήτημα στη δικαστική υπόθεση, με και τα δύο μέρη να παρουσιάζουν αποδεικτικά στοιχεία.
02

πατρότητα, δημιουργία

the act of initiating a new idea or theory or writing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03

πατρότητα

the kinship relation between an offspring and the father
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store