paternity
pa
ter
ˈtɜ:
ni
ni
ty
ti
ti
maternity

Ορισμός και σημασία του "paternity"στα αγγλικά

01

πατρότητα, ποιότητα του πατέρα

the quality or fact of being a father to a child or children 
paternity definition and meaning
Παραδείγματα
He took paternity leave to help care for his newborn son during the first few weeks. 

Πήρε άδεια πατρότητας για να βοηθήσει στη φροντίδα του νεογέννητου γιου του τις πρώτες εβδομάδες.

02

πατρότητα, δημιουργία

the act of initiating a new idea or theory or writing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03

πατρότητα

the kinship relation between an offspring and the father 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store