Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Patent leather
01
βερνικωμένο δέρμα, γυαλιστερό δέρμα
a smooth kind of leather with a high-gloss finish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βερνικωμένο δέρμα, γυαλιστερό δέρμα