Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Patchwork
01
patchwork, θεωρία που αποτελείται από διάφορες ιδέες
a theory or argument made up of miscellaneous or incongruous ideas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
patchworks
02
patchwork, τεχνική ραπτικής που περιλαμβάνει τη συναρμολόγηση μικρών κομματιών υφάσματος
a sewing technique that involves piecing together small pieces of fabric into a larger design or pattern
03
patchwork, πάπλωμα από κομμάτια υφάσματος
a quilt made by sewing patches of different materials together
Λεξικό Δέντρο
patchwork
patch
work



























