Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patched
01
κηλιδωτός, μπαλωμένος
having spots or patches (small areas of contrasting color or texture)
02
μπαλωμένος, επιτεταμένος
mended usually clumsily by covering a hole with a patch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most patched
συγκριτικός βαθμός
more patched
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
patched
patch



























