Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to patch up
01
μπογιατίζω, επισκευάζω προσωρινά
to repair something quickly or temporarily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
patch
ενεστώτας
patch up
γ΄ ενικό πρόσωπο
patches up
ενεστώτα μετοχή
patching up
απλός αόριστος
patched up
παθητική μετοχή
patched up
Παραδείγματα
After the storm, we had to patch up the roof to prevent any leaks.
Μετά τη θύελλα, έπρεπε να επισκευάσουμε τη στέγη για να αποφύγουμε διαρροές.
02
συμφιλιώνομαι, διορθώνω
to put an end to an argument with someone in order to make peace with them
Παραδείγματα
They had a huge fight but managed to patch up before the day ended.
Είχαν έναν τεράστιο καβγά αλλά κατάφεραν να συμφιλιωθούν πριν τελειώσει η μέρα.



























