pastrami
past
ˈpəst
pēst
ra
rɑ:
raa
mi
mi
mi
tsunamicommiesalamiswami

Ορισμός και σημασία του "pastrami"στα αγγλικά

01

παστράμι, πολύ καρυκευμένο και καπνιστό βοδινό ή χοιρινό κρέας

a highly seasoned and smoked beef or pork meat 
pastrami definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He ordered a pastrami and egg breakfast sandwich, served on a toasted bagel, to start his day off right. 

Παρήγγειλε ένα σάντουιτς πρωινού με pastrami και αυγό, σερβιρισμένο σε ψημένο bagel, για να ξεκινήσει σωστά την ημέρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store